Φιλανθρωπία − Αγαθοεργία − Δωρεά

Φιλανθρωπία. Πρόκειται για πρωτοβουλίες ιδιωτών ή ιδρυμάτων που έχουν στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής ανθρώπων ή κοινοτήτων, την ενίσχυση δεινοπαθούντων συνανθρώπων. Η αρχική σημασία της λέξης είναι αγάπη προς τον άνθρωπο.

Η φιλανθρωπία συνδέεται με έννοιες όπως η φιλία, η φιλαλληλία. Στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία αναφέρεται ως charity και συνδέεται συνήθως με μεγάλες διεθνείς οργανώσεις και την Εκκλησία, που αναλαμβάνουν κυρίως δράσεις σε χώρες όπου υπάρχει ανθρωπιστική κρίση.

Στη φιλανθρωπία η πράξη περιορίζεται στην προσφορά υλικών αγαθών (χρήματα, κτίρια, τρόφιμα κ.ά.) και ενέχει την παραδοχή μιας κατάστασης ανισότητας. Η φιλανθρωπία είναι μια πράξη συνήθως στιγμιαία (με την έννοια ότι αυτός που ασκεί τη φιλανθρωπία δεν ασχολείται με κάτι άλλο πέρα από την παροχή), ευκαιριακή, με πρόθεση να βοηθήσει μια παρούσα δύσκολη κατάσταση ή να την ανακουφίσει. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει άμεση και μονιμότερη σχέση συμπαράστασης και αλληλεγγύης εκείνου που ασκεί τη φιλανθρωπία με τους επωφελούμενους.

Για την Εκκλησία η έννοια της φιλανθρωπίας περιλαμβάνει τον εθελοντισμό και την προσφορά όχι μόνο αγαθών αλλά και έργου, όχι μόνο ευκαιριακά αλλά και σε μια βάση ηθικής δέσμευσης με διάρκεια. Στην περίπτωση αυτή προσεγγίζει την έννοια της αλληλεγγύης.

Αγαθοεργία. Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Ελληνικής του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, είναι «η αφιλοκερδής και ανυστερόβουλη πράξη που ωφελεί το κοινωνικό σύνολο». Ο όρος αναφέρεται σε κάθε είδους βοήθεια προς αναξιοπαθούντες, που προέρχεται είτε από μεμονωμένα άτομα είτε από οργανισμούς. Ο όρος έχει συνδεθεί με το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας.

Έχει ενδιαφέρον να παρατεθεί η θέση του Διαφωτισμού για την αγαθοεργία, που παρουσιάζει στοιχεία ομοιότητας με τη σύγχρονη αντίληψη για τον εθελοντισμό: Θεωρούσε ότι ήταν καθήκον το οποίο επέβαλε στους ανθρώπους η ίδια η λογική. Επιπλέον, θεωρούσε ότι ήταν κατακτημένο δικαίωμα του ατόμου το να ευεργετείται από τους άλλους όταν βρίσκεται σε πραγματική ανάγκη. Ωστόσο, η αγαθοεργία όφειλε να βοηθά τον ευεργετούμενο να ξεπερνά την κατάσταση της ένδειας και να εντάσσεται στις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας.1

Δωρεά. Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Ελληνικής του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, είναι «ό,τι παραχωρείται χωρίς αμοιβή ή αντάλλαγμα, χρηματικό ποσό, ακίνητο ή κινητό περιουσιακό στοιχείο που προσφέρει κάποιος στο κράτος, σε κοινωφελές ίδρυμα». Για παράδειγμα, κάποια σχολεία ή άλλα δημόσια κτίρια έγιναν με τις δωρεές ευεργετών. Επίσης, δωρεά είναι η παραχώρηση οργάνων ή ιστών του σώματος μετά θάνατον. Η λέξη δωρεά συνοδεύει συχνά την έννοια της φιλανθρωπίας (π.χ. ένα φιλανθρωπικό σωματείο κάνει δωρεά ιατρικά μηχανήματα σε κάποιο νοσοκομείο ή δέχεται μια δωρεά για τους σκοπούς του). Μπορεί να συνδέεται και με τον εθελοντισμό, με την έννοια της παροχής περιουσιακών στοιχείων σε κάποιο φορέα εθελοντισμού προκειμένου να υποστηριχτεί το έργο του.